Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη (*)


Της Μαρίας Τζαφεροπούλου, δ.φ. (**)

(Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008 - κατά παράκληση φίλων).

Περιληπτική απόδοση

Βασικός φορέας της αφήγησης είναι η γνωστή μας πεντάχρονη Νεφέλη, η οποία στα μέσα του Ιουνίου βλέπει ξαφνικά τον Αγιοβασίλη, στην περιοχή που κατοικεί με την οικογένειά της: στο λόφο του Στρέφη. Ποιος μπορεί να την πιστέψει; Είναι γνωστή η έντονη φαντασία των μικρών παιδιών, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τη Νεφέλη. Εκείνη επιμένει και προσπαθεί να πείσει τους δικούς της χωρίς όμως να βρίσκει σύμμαχο στους ισχυρισμούς της. Ο ντυμένος στα κόκκινα γέροντας με το σακούλι με τα δώρα που κλείνεται στο υπόγειο κοντά στο σπίτι της, μυστηριώδης και άγνωστος κεντρίζει τη φαντασία της και το ... αστυνομικό της δαιμόνιο. Τελικά θα αποδειχθεί ότι πρόκειται για πρόσωπο υπαρκτό: είναι ο Λευτέρης, μετανάστης από την Αυστραλία, ο οποίος επέστρεψε για το καλοκαίρι στην Ελλάδα και καταπιάνεται στο υπόγειο εργαστήρι του με τη επισκευή παλιών παιχνιδιών, τα οποία στη συνέχεια – σαν τον ΄Αγιο της παράδοσης – τα μοιράζει σε παιδιά μεταναστών και τους προσφέρει χαρά. Το μυστήριο λύνεται και η Νεφέλη με τον αδελφό της Απελλή και τα τριτοξάδερφά της την ΄Ολγα και τον Φραγκίσκο θα γνωρίσουν μαζί του την Πρωτοχρονιά ετεροχρονισμένα την 1η Ιουλίου, ημέρα των Αγίων Αναργύρων – μαζί με παιδιά μεταναστών από την Πολωνία, τις Φιλιππίνες, το Ζαίρ, την Αλβανία, τον Πόντο, το Λίβανο και το Ιράκ, τα οποία δέχθηκαν τα δώρα του και το γνήσιο αλτρουισμό του. Η αξιοπιστία της Νεφέλης αποκαθίσταται χάρη στη λύση του μυστηρίου και ο μικρός αναγνώστης κλείνει το βιβλίο με αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης.
 
Στοιχεία δομής
 
Αρχή της ιστορίας ένα μυστήριο! Η εξέλιξή της οδηγεί ευθύγραμμα στη λύση του. Το κείμενο κινείται σ’ αυτόν τον άξονα-υφάδι Το «στημόνι» όμως αποκαλύπτει δύο θεματικά επίπεδα, δύο πλαίσια επικοινωνίας επιφανειακά αυτόνομα αλλά στην ουσία αλληλοσυμπληρούμενα και αλληλοτροφοδοτούμενα. Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν τη δημιουργία αυτού του βιβλίου.
     Το εύρημα της συγγραφέα: ένας κοκκινοντυμένος ΄Αγιος Βασίλης μέσα στο καλοκαίρι, στην καρδιά της Αθήνας, σίγουρα κεντρίζει το ενδιαφέρον μας – πόσο μάλλον ενός πεντάχρονου κοριτσιού. Η υπερρεαλιστική αυτή εικόνα πέφτει σαν την πέτρα μέσα στη λίμνη του ... Τζ. Ροντάρι και προκαλεί το ξύπνημα της φαντασίας και το ξεδίπλωμα της δημιουργικότητας της συγγραφέα. Οι ομόκεντροι που σχηματίζονται από την πτώση της συνιστούν τα συστατικά στοιχεία του βιβλίου
     Ο Αγιοβασίλης με τα δώρα στο σακί γίνεται η έμμονη ιδέα της Νεφέλης και όλοι οι άλλοι, μεγάλοι και ... μεγαλύτεροι απ’ αυτήν προσπαθούν να την πείσουν ότι σφάλλει. Σ’ αυτή τη σύγκρουση του «λογικού» με το «παράλογο», όπου το λογικό ταυτίζεται με τη συμβατική εκλογίκευση των μεγάλων και το παράλογο με την αγνότητα της παιδικής ψυχής που είναι ακόμη ανοιχτή σε θαύματα και ανατροπές των φυσικών νόμων και των κοινωνικών στεγανών υφαίνει η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου με γνώση, φαντασία και παιγνιώδη διάθεση το πρώτο της θεματικό επίπεδο: Παρεμβάλλει δηλαδή στην ευθύγραμμα εξέλιξη της ιστορίας όλα εκείνα τα τεκμήρια που οι μεγάλοι επιστρατεύουν προκειμένου να προσγειώσουν τη Νεφέλη στην πραγματικότητα: ΄Ετσι, η γιαγιά Νεφέλη θα της αφηγηθεί την ιστορία του Μεγάλου Βασιλείου, τα της Καππαδοκίας και της βασιλόπιτας και θα ζωντανέψει σαν παραμύθι τον βίο του Ιεράρχη.
     Ο αδελφός της από την άλλη πλευρά, ο 16χρονος Απελλής, θα της απομυθοποιήσει τον Σάντα Κλάους των δυτικών αναφερόμενος στη ... μετάλλαξή του σε τροφαντό παππούλη και σε πρωταγωνιστή της διαφημιστικής εκστρατείας της Κόκα-Κόλα εν έτει 1931, οπότε και απέκτησε την κόκκινη περιβολή του, η οποία παραπέμπει στο χρώμα κατατεθέν αυτού του αναψυκτικού. Η θεωρία της σχετικότητας συμβάλλει στον «εκμοντερνισμό» του Αγίου, αλλά δεν φαίνεται να τον γκρεμίζει από το βάθρο, στο οποίο συνειδητά τον συντηρεί η Νεφέλη.
     Τα λογοτεχνικά κείμενα χρησιμοποιούνται επίσης ως τεκμήρια, ως σημεία αναφοράς, με σκοπό να βοηθήσουν τη Νεφέλη να... λογικευτεί. Ο Αλ. Παπαδιαμάντης, ο Φ. Κόντογλου και ο Στ. Σπεράντσας παρουσιάζουν τον ΄Αγιο, μια μορφή οικεία και αγαπημένη, απλή και σεμνή με φόντο την Πρωτοχρονιά.
     ΄Ετσι ο Αγιοβασίλης της χριστιανικής παράδοσης συναντά τη σύγχρονη καταναλωτική εκδοχή του, «συνεργάζεται» με την επιστήμη και ζωντανεύει μέσα από κείμενα σπουδαίων λογοτεχνών,. Η «παρουσία» του Αγίου Βασιλείου όμως αποκτά και άλλες διαστάσεις, καθώς η Λότη Πέτροβιτς λογο-παίζει και αναφέρεται και στον... ΄Αγιο Βασίλειο Κυνουρίας, ένα χωριό, τόπο καταγωγής του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη, όπως και στον ΄Άγιο Βασίλειο, τον ομώνυμο ιερό ναό στο κέντρο της Αθήνας. Η φαντασία υπαγορεύει και ο υπερρεαλισμός συνεπικουρεί.
     Η εξέλιξη της ιστορίας, η αποκάλυψη της ταυτότητας του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και η εξήγηση της ιδιότυπης εξωτερικής εμφάνισης και συμπεριφοράς του οδηγούν στο δεύτερο επίπεδο του κειμένου, την άλλη, συμπληρωματική προς την προηγούμενη ανάγνωσή του: ο Λευτέρης αφιερώνει το χρόνο του, το ενδιαφέρον και την αγάπη του στα παιδιά των μεταναστών, στα πολλά πρόσωπα της προσφυγιάς που συναντάμε όλοι μας στην Ελλάδα του 2000. Σαν άλλος Αγιοβασίλης, φροντίζει να δώσει χαρά σε παιδιά που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ν’ αποκτήσουν ένα παιχνίδι ή ένα βιβλίο.
     Η προσφυγιά λοιπόν είναι ένα μοτίβο που κυριαρχεί στο βιβλίο αυτό. ΄Ομως η προβολή της και ο προβληματισμός που αυτή πυροδοτεί στον αναγνώστη προοικονομείται συστηματικά με νύξεις – αναφορές διάσπαρτες στο κείμενο: η γιαγιά Νεφέλη έχει ζήσει διπλή προσφυγιά. Και ο ογδοντάχρονος Λευτέρης των παιδιών υπήρξε μετανάστης στην Αυστραλία και ξέρει τι σημαίνει να ζεις μακριά από πατρίδα και συγγενείς, να είσαι ξεριζωμένος, να δοκιμάζεται η αξιοπρέπειά σου, να ξεκινάς από το μηδέν, να παλεύεις για τα παιδιά σου στη «χώρα υποδοχής». Η Ιβάνκα από τη Βουλγαρία που καθαρίζει σπίτια, η Πολωνέζα Σόνια που κουρδίζει πιάνα, οι μελαψοί μικροπωλητές της λαϊκής αγοράς και το επεισόδιο των δεκατριών εξαντλημένων λαθρομεταναστών που εξετάζει η θεία Δάφνη στο νοσοκομείο συναντούν το δράμα της Κύπρου και αποτελούν πρόωρες ενδείξεις – ψηφίδες αυτού του θέματος.
      Ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς την 1η Ιουλίου στην καρδιά της Αθήνας, το ετερώνυμο πλήθος των εορταζόντων παιδιών από τις τέσσερις άκρες του πλανήτη είναι το σημείο στο οποίο τα δύο επίπεδα της ιστορίας – ο Άγιος Βασίλης της αγάπης και η προσφυγιά που θέλει αγάπη – συγκλίνουν και γίνονται ένα. Κι αν το θέαμα είναι υπερρεαλιστικό, το θέμα είναι ακόμα περισσότερο: στην αυγή του 21ου αιώνα η προσφυγιά ξεπερνά κάθε έννοια ρεαλισμού. Είναι η ίδια ο παραλογισμός του σύγχρονου κόσμου, ένας κοινωνικός υπερρεαλισμός.
      Η ανάγνωση του βιβλίου τελειώνει και οι σκέψεις κατακλύζουν τον αναγνώστη κάθε ηλικίας: Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη λύθηκε.  Είναι ο Λευτέρης από την Αυστραλία. ΄Ομως στις σελίδες του βιβλίου ζωντανεύει και ο ΄Αγιος Βασίλης της χριστιανικής παράδοσης και ο Σάντα Κλάους των δυτικών – ή μάλλον ο ΄Αγιος Νικόλας της καθ’ ημάς Λυκίας – όλοι γέροντες σεβάσμιοι. Κι εκείνος ο φτωχοντυμένος γέροντας, που λιποθυμά στο δρόμο και τον περιποιείται η γιαγιά Νεφέλη, ποιος είναι; Δεν θα μάθουμε ποτέ. Η Λ.Π.-Α. αφήνει αυτό το μυστήριο να αιωρείται. ΄Εχουμε όμως την αίσθηση ότι αυτός, ο Αϊ Βασίλης διακονιάρης, είναι η ενσάρκωση του πνεύματος της αγάπης που διακατέχει όχι μόνο τον ΄Αγιο της Ιστορίας αλλά και τον Λευτέρη. Τη μορφή του τη γνώρισε η μικρή Νεφέλη από τις αφηγήσεις της γιαγιάς. Και την είδε άλλη μια φορά φευγαλέα, στο δρόμο, λίγες μέρες αργότερα...
     Η Λ.Π.-Α. με λόγο πυκνό, χιούμορ και ευαισθησία αποτυπώνει την παιδική ματιά πάνω στα πράγματα και την παιδική ψυχή. Η ικανότητά της να ζωντανεύει τους μικρούς της ήρωες πιστοποιείται τόσο στην έκφραση των αποριών τους όσο και στην αφέλεια, την ευπιστία και την καθαρή ματιά του ζωηρού, έξυπνου παιδιού, όπως αυτές προβάλλονται στους εσωτερικούς του μονολόγους: ΄Οταν η μικρή Νεφέλη ρωτά τι σημαίνουν οι λέξεις «προσφυγιά» και «κειμήλιο», η γιαγιά θα της απαντήσει:
      - Τι θα πει «προσφυγιά»; βρίσκει ευκαιρία τώρα η Νεφέλη να ρωτήσει. Τι θα πει «πρόσφυγας»
      - Προσφυγιά θα πει να σε διώξουν με τη βία ή να σε αναγκάσουν με άλλους τρόπους να φύγεις από τον τόπο σου, ν’ αφήσεις τη γειτονιά σου,  το σπίτι σου, και να πας να μείνεις αλλού. Τότε γίνεσαι πρόσφυγας. Βρίσκεσαι σε ξένο τόπο, χωρίς τα πράγματά σου, τ’ αντικείμενα που αγαπάς, τα οικογενειακά σου κειμήλια, τις περισσότερες φορές μάλιστα και χωρίς αυτούς που αγαπάς πολύ.
      - Τι είναι κειμήλιο, γιαγιά;
      - Κάτι που έχει απομείνει από παλιά εποχή, έχει για μας μεγάλη αξία και το φυλάμε γι’ ανάμνηση.
 
     Μια απάντηση απλή και εύληπτη – ούτε απλοϊκή ούτε αφελής, που βοηθά τη Νεφέλη να προσεγγίσει δύο αφηρημένες έννοιες με βαρύ συγκινησιακό φορτίο.
     ΄Οσο για τον τρόπο που η μικρή ηρωίδα ερμηνεύει την πραγματικότητα, αυτός απορρέει από την αφέλεια της ηλικίας της, μια εμμονή κι ένα πείσμα παιδικό και την πίστη της σε καταστάσεις και πρόσωπα που κινούνται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Η Λ.Π.-Α. εύστοχα τονίζει την τάση της Νεφέλης – αλλά και των συνομηλίκων της – να συντηρεί το μύθο και τ’ όνειρο, τη φαντασία. Σ’ αυτήν στηρίζεται η απόφασή της να επισκεφθεί την έκθεση βιβλίου με τον πατέρα της:
     Αφού είν’ έτσι, καλά, η Νεφέλη θα φύγει. Προτιμάει να πάει στην έκθεση, παρά ν’ ακούει την ΄Ολγα να λέει για τον Αγιοβασίλη πράγματα που δεν της αρέσουν καθόλου.
 
     Και όταν η ΄Ολγα προσπαθεί να την πείσει ότι δεν υπάρχει Αγιοβασίλης, διαβάζουμε:
     - Λοιπόν, ξαδερφούλα, διορθώνει τώρα η ΄Ολγα, λες και κατάλαβε πάλι τι σκέφτηκε η Νεφέλη. Άκου να σου πω: Τώρα που μεγάλωσες, τώρα που κοντεύεις να κλείσεις τα πέντε και του χρόνου θα πας στο σχολείο, είναι καιρός πια να μάθεις την αλήθεια για τον Αγιοβασίλη. Τα δώρα, κοριτσάκι μου...
     - Ξέρω, ξέρω, την κόβει η Νεφέλη. Τα δώρα τα ψωνίζουν οι γονείς και Αγιοβασίλης δεν υπάρχει – μου το έχει πει μία φίλη μου. ΄Ομως εμένα δε μ’ αρέσει να τ’ ακούω αυτό. Κι έπειτα, εγώ τον είδα τον Αγιοβασίλη. Τον είδα, σου λέω, με ρούχα καλοκαιρινά!
 
      Αυτή η παιδικότητα αποδίδει παραστατικά και η ασπρόμαυρη εικονογράφηση της Λήδας Βαρβαρούση που συνοδεύει το κείμενο: Κυριαρχεί η μορφή της Νεφέλης με την έντονη κινητικότητα και το εκφραστικό πρόσωπο.
     Με την ίδια ενάργεια ψυχογραφεί η συγγραφέας και τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας. Η ΄Ολγα στα 12 της υιοθετεί σταδιακά τη λογική των ενηλίκων και συμπεριφέρεται με κατανόηση αλλά και τάσεις προστατευτισμού προς τη Νεφέλη.
 Ο 16χρονος Απελλής, αθλητής και βιβλιοφάγος τρανός εκπλήσσει ευχάριστα όχι μόνο με το συγκροτημένο χαρακτήρα του, αλλά και με την αφίσα που κοσμεί το γραφείο του: είναι η ασκητική μορφή του Αλ. Παπαδιαμάντη, που προβληματίζει εμάς, τους μεγαλύτερους αναγνώστες και αποδίδει την έγνοια της συγγραφέα για τη νέα γενιά. ΄Ισως το πρότυπο του Απελλή να έχει ελάχιστους νεαρούς θαυμαστές στις μέρες μας, όμως η Λ.Π.-Α. προτείνει έμμεσα στους νεαρούς αναγνώστες της να επανεκτιμήσουν τα πρότυπά τους και προλειαίνει το έδαφος χωρίς ίχνος διδακτισμού.
     Εκτός από τη λεπτή ψυχογραφία των προσώπων, το χιούμορ, η πρωτοτυπία της έμπνευσης και ο λυρισμός διαχέονται στο κείμενο.
     Το επαναλαμβανόμενο ερώτημα της Ιβάνκα από τη Βουλγαρία «εγώ βάλει πάλι το σκούπα;» (σελ.82) προκαλεί το γέλιο χωρίς να υποτιμά ή να γελοιοποιεί όμως την αδυναμία της να χειρισθεί την ελληνική γλώσσα.
     Κι όταν ο γηραιός Λευτέρης αποκαλύπτει ότι τόπος καταγωγής του είναι το χωριό ΄Αγιος Βασίλειος στην Κυνουρία, η Νεφέλη σκέφτεται ότι «τα κάλαντα λένε Αγιοβασίλης έρχεται από την Καισαρεία, δε λένε Αγιοβασίλης έρχεται από την Κυνουρία» (σελ. 90).
     Η πρωτοτυπία στην προσέγγιση του θέματος ερείδεται τόσο στη σύνδεση του αγίου της αγάπης με τους πρόσφυγες μετανάστες όσο και στο δέσιμο των παραδόσεων για τον ΄Αγιο Βασίλειο με τη σύγχρονη καταναλωτική του εικόνα και τη θεωρία της σχετικότητας: «Αγιοβασίλης και Coca Cola μαζί από το 1931;» αναρωτιέται ο αναγνώστης κάθε ηλικίας. Και η ερμηνεία της ικανότητάς του να φέρνει τα δώρα του σε εκατομμύρια ανθρώπων μέσα σε μια νύχτα ηχεί παράδοξα λογική, πυροδοτεί τη σκέψη ή μας κάνει να χαμογελάμε με τον επιστήμονα που τη διετύπωσε. Εκείνο όμως που συγκρατούμε είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του γνήσιου συγγραφέα: την ικανότητα συλλογής γνώσεων, αφομοίωσης τους και δημιουργικού μετασχηματισμού τους. Παρακολουθούμε δηλαδή από κοντά τη γέννηση της Ιδέας...
     Η διακειμενικότητα είναι εμφανής σ’ αυτό το βιβλίο. Το κείμενο «διαλέγεται» με κείμενα άλλων δημιουργών επωνύμων (Φ. Κόντογλου, Στ. Σπεράντσας, Αλ. Παπαδιαμάντης, Λάρυ Σίλβερμπεργκ, Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη, Ελένη Δικαίου, ΄Ελσα Χίου, ΄Αννα Γκέρτσου-Σαρρή, Αγγελική Νικολοπούλου) και ανωνύμων (κάλαντα ηπειρώτικα και ποντιακά) αλλά και με παλαιότερα κείμενα της Λ.Π.-Α.
     Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη συνδέεται άμεσα με το Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας; αλλά και με τον Μικρό αδελφό, το Για την άλλη πατρίδα, το Τραγούδι για τρεις, το Γιούσουρι στην τσέπη και το Καναρίνι και μέντα. Ακόμη και στο Τσιμεντένιο δάσος γίνεται μια έμμεση αναφορά.
 
Επίλογος
 
     Ο επίλογος του βιβλίου, όπως και όλο το κείμενο, υπαγορεύουν επίλογο αυτής της εισήγησης. “All you need is love” τραγουδούσαν οι Beatles σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή του κυρίαρχου συναισθήματος της χριστιανικής πίστης. Αυτή η αγάπη φωτίζει το κείμενο. Η φιγούρα της γιαγιάς Νεφέλης αποτελεί την ανώνυμη, καθημερινή εκδήλωσή της: «Να θυμάσαι μόνο πως η αγάπη καμιά φορά είναι σαν το ακτινίδιο, που απ’ έξω δείχνει αγριωπό αλλά μέσα είναι ολόγλυκο και καταπράσινο» (σελ.22) θα πει στην εγγόνα της. Κι όταν αργότερα θα φροντίσει τον ρακένδυτο γέροντα, αυθόρμητα και άμεσα θα μονολογήσει σκεπτική «άλλη πόρτα δεν είδα ν’ ανοίξει...» (σελ.103). Αυτή την αγάπη αντιτάσσει και ο Λεύτερης στη σύγχρονη αδιάφορη κοινωνία. Και ο αναγνώστης αναρωτιέται: μήπως όσοι δοκιμάζονται στη ζωή από τη φτώχια, τον πόνο ή το ξεριζωμό αποκτούν τελικά τη σοφία της αγάπης;
     Η Λ.Π.-Α. αφήνει την εντύπωση ότι είναι ένας άνθρωπος με αυτοέλεγχο, αυτοπειθαρχία, ρεαλιστική θέαση του κόσμου, δυναμισμό και αυτοπεποίθηση. Κι έτσι είναι. ΄Ομως η αγάπη και η ευαισθησία που νιώθει μέσα της οξύνουν στο έπακρο το λυρισμό και τον ιδεαλισμό της. Τι άλλο είναι η έμμονή της Νεφέλης στον Αγιοβασίλη; Τι άλλο μπορεί να δηλώνει ο μονόλογος της μικρής από τον αλτρουισμό της ουσιαστικής αγάπης;
     Θέλει να του πει ότι τον αγαπάει, κι ας μην της έφερε τίποτα όταν ήρθε το περασμένο Σάββατο στο σπίτι. ΄Επειτα μπορεί να διψάει πάλι. Μπορεί να πεινάει σήμερα. Θα του δώσει άραγε κανένας λίγο νεράκι; Κανένα φρούτο από τα τόσα που υπάρχουν στη λαϊκή; Αλήθεια, στον Αγιοβασίλη δίνει ποτέ κανείς τίποτα; ΄Η μόνο ζητάει και παίρνει;
     Και τι άλλο σηματοδοτεί ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς μέσα στο κατακαλόκαιρο από την πίστη της ότι όλος ο χρόνος μπορεί να είναι αφιερωμένος στη γιορτή της αγάπης, σε μια νέα αρχή;
     Η αγάπη για τη ζωή και ιδιαίτερα η αγάπη για τα παιδιά που διατηρούν την αγνότητα και την άδολη ψυχή την ανοιχτή στην αγάπη χαρακτηρίζει τη συγγραφέα. Για του λόγου το αληθές, σας διαβάζω την αφιέρωσή της στα παιδιά με τη μεγάλη ψυχή «Στον Αλέξη Ψαραύτη και στους φίλους του».
---------------
(*) http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_11.htm
 
(**) Πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών (Φιλολογικό  τμήμα,1987) και Διδάκτωρ των Επιστημών της Αγωγής ( Πανεπιστήμιο Κρήτης). Θέμα της διδακτορικής της  διατριβής (1995), την οποία εκπόνησε ως υπότροφος του ΙΚΥ «Το  Χιούμορ στην Ελληνική Παιδική Λογοτεχνία ( Πεζογραφία 1970-1990 )». Μέλος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. ΄Εχει συμμετάσχει σε συνέδρια Παιδικής/Νεανικής Λογοτεχνίας στην Ελλάδα (Ιωάννινα, Αθήνα) και το εξωτερικό (Αυστρία, Ισπανία). Στο πλαίσιο της ενασχόλησής της με την Παιδική/Νεανική Λογοτεχνία περιλαμβάνονται: ομιλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις, συμμετοχή σε κριτικές επιτροπές πανελληνίων βραβείων, αξιολόγηση εκπαιδευτικού υλικού (Π.Ι.), μεταφράσεις και 14 δημοσιεύσεις. To 2005 απέσπασε το Πανελλήνιο Βραβείο του ΚΕΠΒ για την προώθηση της Παιδικής Λογοτεχνίας στο σχολείο. Από το 1997 και ως το 2005 συνεργάστηκε με το ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών  στο πρόγραμμα «Ακαδημαϊκής και Επαγγελματικής Αναβάθμισης Εκπαιδευτικών Α/θμιας  Εκπαίδευσης », στο πλαίσιο του οποίου δίδαξε το μάθημα της Παιδικής Λογοτεχνίας. Ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική, γερμανική.  Από το 2005 εργάζεται ως αποσπασμένη καθηγήτρια φιλόλογος στο Ευρωπαϊκό  Σχολείο Bruxelles I

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

13.12.1943 - Το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

“… Περνούσαμε από ένα μεγάλο δρόμο των Καλαβρύτων, την οδό Αγίου Αλεξίου.
    «Να πάμε και στην “εκτέλεση”, στη ράχη του Καπή» είπε ο κύριος Σπύρος. «Είναι το μνημείο των Καλαβρυτινών που τους σκότωσαν στον πόλεμο οι Γερμανοί»…
     Μόλις περάσαμε το νεκροταφείο, φάνηκε ψηλά ένας χώρος περιφραγμένος, γεμάτος κυπαρίσσια. Αφήσαμε στην είσοδο το αυτοκίνητο και μπήκαμε. Τριγύρω είδαμε κάτι θεόρατες πλάκες στημένες όρθιες, ΄Εμοιαζαν με πελώριους τοίχους κι επάνω είχαν γραμμένα ονόματα, ονόματα, ονόματα… Πλάι στο καθένα διάβαζες την ηλικία. ΄Ολοι άντρες από 14 χρονών κι επάνω. Δεκατεσσάρων… Σαν εμένα, σχεδόν, δηλαδή!
     Στη μέση, σκαμμένη στη γη, μια υπόγεια κρύπτη. Πλήθος καντήλια κρέμονταν από τη μικρή οροφή. Καθένα και μια αφιέρωση σ’ ένα νεκρό. Απ’ έξω, ένα περίεργο πέτρινο γλυπτό παρίστανε μια μάνα Καλαβρυτινή να θρηνεί τα σκοτωμένα παιδιά της. 
΄Ηταν κι άλλοι προσκυνητές  εκεί...                                                          
«Θαρρείς  η πέτρα δακρύζει» ψιθύρισε κάποιος. ΄Ενας άλλος πάτησε κάποιο κουμπί μέσα στην κρύπτη κι από το μεγάφωνο ακούστηκε μια γυναικεία φωνή να διηγείται “το χρονικό της σφαγής”.
Στην αρχή νόμισα πως δεν άκουσα καλά, δεν κατάλαβα. Όμως ο αριθμός ακούστηκε πάλι: χίλιοι τριακόσιοι άνθρωποι! ΄Ολους τους άντρες των Καλαβρύτων τους έφεραν σ’ αυτή την πλαγιά και τους σκότωσαν με μυδραλιοβόλα! Γι’ αντίποινα, λέει. Χίλιους τριακόσιους ανθρώπους μέσα σε λίγα λεπτά! Νέους, γέρους, παιδιά που δεν είχαν φταίξει σε τίποτα. ΄Αοπλους και αθώους!...          Προσπάθησαν, λέει. έπειτα να κάψουν και τις γυναίκες και τα παιδιά τα μικρότερα. Τα είχαν κλειδαμπαρωμένα στο σχολείο και τους έβαλαν φωτιά…»
 
Απόσπασμα από το βιβλίο Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!  (Πατάκης, 23η έκδ. 2015)
http://www.loty.gr/mythistorima_analyt_6.htm
http://www.i-read.i-teen.gr/book/lathos-kyrie-noigker
http://lotypetrovits.blogspot.gr/2013/08/blog-post_28.html
http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=KiGi9KBaOBA
http://patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=232637

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

H μικρή Ελένη, η Λίτσα Ψαραύτη και η Ελένη Μπετεινάκη γράφουν...


 ... για Τα Χριστούγεννα της νόνας Χελώνας.

Η "μικρή Ελένη" γράφει:

"Θυμάστε τι καζούρα έκανε η νόνα Χελώνα στο φίλο της το λαγό στο Πάσχα της νόνας Χελώνας, (Πατάκης) σε μια απίθανη ιστορία όπου ο αισώπειος μύθος παντρευόταν ευρηματικά με τη νεοελληνική παράδοση μέσα στην πανδαισία των χρωμάτων της ανοιξιάτικης φύσης; Ε, λοιπόν, στο νέο βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου η νόνα Χελώνα ξαναχτυπά, με μια χριστουγεννιάτικη αυτή τη φορά ιστορία.
     Τα Χριστούγεννα η νόνα Χελώνα και τα εγγονάκια της, όπως κάθε χρόνο, διακόπτουν το χειμωνιάτικο ύπνο τους για να γιορτάσουν την άγια μέρα. Τα χελωνάκια βγαίνουν να παίξουν παρέα με τους φίλους τους. Μόνο που, κατά την προσφιλή τους συνήθεια, οι μικροί λαγοί τα λοιδορούν και αρνούνται να παίξουν μαζί τους. Τα χελωνάκια πάνε πικραμένα να συνεχίσουν τον ύπνο τους, αλλά η γιαγιά τους έχει και τούτη τη φορά μια ιστορία να τους διηγηθεί. Πρόκειται άραγε και πάλι για κάποιο πάθημα των αιωνίως καυχησιάρηδων κι επιπόλαιων λαγών;
     Όχι. Βλέπετε, χριστουγεννιάτικα, ακόμα κι οι λαγοί, παρά τον παρορμητικό κι εγωκεντρικό χαρακτήρα τους, βάζουν λίγο νερό στην αλαζονεία τους, διδάσκοντας διά του παραδείγματος τους μακρινούς τους απογόνους. Κι έτσι, στην ιστορία που διηγείται η νόνα Χελώνα στα εγγονάκια της, η μακρινή της πρόγονος κι ο μακρινός πρόγονος του λαγού θα ενώσουν δυνάμεις με στόχο να φτάσουν στη Βηθλεέμ και να προσκυνήσουν το νεογέννητο Χριστό. Ο ένας βάζει τα πόδια, η άλλη το μυαλό. Κι όταν δυο τόσο αλλιώτικα πλάσματα κατορθώνουν να τα βρουν μεταξύ τους, το θαύμα δεν είναι δύσκολο να συντελεστεί: Λαγός και χελώνα, μιλώντας τη γλώσσα της αγάπης, όχι μόνο θα φτάσουν στον προορισμό τους αλλά και θ’ αποτρέψουν τον Ηρώδη από το να βλάψει το θείο βρέφος.
      Και τούτη τη φορά η συγγραφέας κατορθώνει να παντρέψει δημιουργικά τον αισώπειο μύθο με  την ιστορία της γέννησης του Χριστού. Μόνο που πλέον υπάρχει κι ένας τρίτος παράγοντας που πρέπει να λάβει υπόψη: η πασχαλινή ιστορία της νόνας Χελώνας κι οι προσδοκίες που εκείνη γέννησε στους αναγνώστες. Κι επειδή στη συνέχεια ενός λογοτεχνικού έργου ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος της επανάληψης, της τυποποίησης, που προξενεί ανία στον αναγνώστη, η συγγραφέας εδώ ευφυώς διαφοροποιείται από τη γραμμή του πρώτου της βιβλίου. Όσοι περιμένουν ένα νέο γύρο αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους προαιώνιους αντιπάλους θα γελαστούν και θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια ανέλπιστη εξέλιξη. Η επανάληψη άλλωστε σκοτώνει όχι μόνο την αναγνωστική απόλαυση αλλά και τη χαρά εκείνου που αγαπά να φτιάχνει ιστορίες. Κι ευτυχώς για τους μικρούς της αναγνώστες, η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου αυτό το ξέρει πολύ καλά.  

(Αναρτήθηκε στο:
 http://miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr/2013/11/blog-post_29.html ) 


Η συγγραφέας Λίτσα Ψαραύτη γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ:


Την ημέρα των Χριστουγέννων, η νόνα Χελώνα, για να παρηγορήσει τα εγγονάκια της, που  τα περιφρονούσαν τα γειτονόπουλά τους οι μικροί λαγοί, τους διηγείται μια παλιά ιστορία για το πώς η  προ-προ-προ γιαγιά της πρόφτασε να πάει στη Φάτνη να προσκυνήσει τον νεογέννητο Χριστό, παρόλο που ο γείτονάς της ο λαγός  δε δεχότανε να τη βοηθήσει. ΄Ενα μαγευτικό παραμύθι γραμμένο από έμπειρο χέρι, που φανερώνει με τρόπο γοητευτικό και πρωτότυπο τη γέννηση της αγάπης στις καρδιές όλων των πλασμάτων την νύχτα της ενανθρώπισης του Θεού που «αγάπη εστί». Μια ιστορία όπου, αντί του ανταγωνισμού, της υπεροψίας και της αντιπαλότητας, θριαμβεύει η φιλία, η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη. Ένα βιβλίο, τέλος, που συμπληρώνει άριστα το προηγούμενό του, «το Πάσχα της νόνας Χελώνας», εξίσου εξαιρετικά εικονογραφημένο κι αυτό από τον Γιώργο Σγουρό.
Δημοσιεύτηκε στο τεύχος http://issuu.com/psichogiosbooks/docs/t._112_internet




Η εκπαιδευτικός Ελένη Μπετεινάκη γράφει:

"...Την ιστορία του λαγού και της χελώνας την έχουμε όλοι γνωρίσει από τον μεγάλο παραμυθά το Αίσωπο. Την Νόνα Χελώνα πάλι, μας την έχει συστήσει η συγγραφέας Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου με το νέο πάθημα του λαγού, το Πάσχα. Είναι εκείνη η φοβερή γιαγιά χελώνα που ακόμα ταλαιπωρεί τον λαγό μαζί με τα μικρά της εγγονάκια. Τα Χριστούγεννα είναι μέρα αγάπης και προσφοράς και η ιστορία που διηγείται αυτή τη φορά η Νόνα Χελώνα είναι μαγική… Εχει να κάνει με τους δύο αιώνια αντίπαλους « εχθρούς » μόνο που τώρα το πνέυμα των Χριστουγέννων δεν τους θέλει μαλωμένους αλλά φίλους, και μαζί καταφέρνουν να δουν από κοντά το Θείο Βρέφος, να ειδοποιήσουν τους μάγους για όλα όσα άκουσαν και είδαν με τα μάτια τους έξω από το παλάτι του Ηρώδη και να γεμίσουν την ψυχή τους με αγάπη.
     Η εξέλιξη αυτής της ιστορίας είναι ίσως το καλύτερο μήνυμα για τα φετινά Χριστούγεννα ανάμεσα στα μικρά χελωνάκια που ξεχνούν τη στενοχώρια τους και αφήνουν χώρο στην ψυχούλα τους για χαρά, συγχώρεση και αγάπη. 
     Μια σύγχρονη ματιά στην ιστορία των Χριστουγέννων από μια πολύ σπουδαία και αγαπημένη συγγραφέα. Μια ιστορία που τα παιδιά θα λατρέψουν και σίγουρα θα θέλουν να την ξαναδιαβάσουν πολλές πολλές φορές…"
Θερμά τις ευχαριστώ και τις τρεις!


 

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Μια συγκριτική ανάλυση του μοντέλου της οικογένειας

- όπως αυτό παρουσιάζεται μέσα από τα μυθιστορήματα της Μπιάνκα Πιτσόρνο και της Λότης Πέτροβιτς.

 
  Της Βασιλικής Νίκα, 
   Εκπαιδευτικού-ΜA
  (Από το εξαντλημένο βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Επιμέλεια: Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,  Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Βόλος 2008).
Πολλοί κοινωνιολόγοι πιστεύουν ότι το μυθιστόρημα είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί ως αντανάκλαση ή έκφραση της κοινωνικής πραγματικότητας. Αρκετές έρευνες έθεσαν ερωτήματα σχετικά με το αν το μυθιστόρημα αποτελεί αποκλειστικό προϊόν ενός συγγραφέα ή μήπως εκφράζει μια συλλογική συνείδηση στην οποία ο δημιουργός συμμετέχει με μεγαλύτερη ένταση ή αν και σε ποιο βαθμό το ιδεολογικό περιεχόμενο των λογοτεχνικών έργων μπορεί να μας αποκαλύψει τις ιδεολογικές δομές μιας κοινωνίας.[i]
     Μέσα από αυτή τη συλλογιστική και έχοντας μελετήσει ελληνική και ιταλική παιδική λογοτεχνία προσπάθησα να διερευνήσω την εικόνα της οικογένειας όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από τα μυθιστορήματα δύο σημαντικών συγγραφέων της Ελλάδας και της Ιταλίας.
     Επελέγησαν για αυτή τη συγκριτική μελέτη δύο συγγραφείς Παιδικής Λογοτεχνίας, μια από κάθε χώρα. Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου για την Ελλάδα και η Μπιάνκα Πιτσόρνο για την Ιταλία και οι δύο καταξιωμένες συγγραφείς στην πατρίδα τους των οποίων τα βιβλία διαβάζονται από χιλιάδες παιδιά.
Τα κριτήρια με τα οποία έγινε η επιλογή των συγγραφέων βασίστηκαν:
  1.  στην συγγραφική παραγωγή τους (τέθηκε ένα κατώτατο όριο 10 μυθιστορημάτων)
  2.   στη λογοτεχνική αξία του έργου
  3.   στην γενικότερη αποδοχή του συγγραφέα στη χώρα καταγωγής (έπαινοι, βραβεία, διακρίσεις κ.ά)
  4.   στις μεταφράσεις των έργων τους και σε άλλες γλώσσες
  5.   στη συγγραφική δραστηριότητά τους ως σήμερα
  6.       στην ύπαρξη επιστημονικών μελετών για το έργο τους
Τα κριτήρια με τα οποία έγινε η επιλογή των έργων προς εξέταση, ήταν:
  1. να απευθύνονται σε παιδιά ηλικίας από 10 ετών και άνω, και
  2. να έχουν γραφτεί κατά την τελευταία εικοσαετία
     Επιλέχτηκαν τέσσερα μυθιστορήματα[ii] για κάθε συγγραφέα. Μελετήθηκαν και τα οκτώ από το πρωτότυπο και μεταφράστηκαν ορισμένα αποσπάσματα για τις ανάγκες αυτής της μελέτης. Προσπαθώντας να εξάγουμε συμπεράσματα για το μοντέλο της οικογένειας όπως αυτό παρουσιάζεται μέσα από το έργο των δυο συγγραφέων, επικεντρώσαμε τη μελέτη στα πρόσωπα της μητέρας, του πατέρα και φυσικά του παιδιού.

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Το μυθιστόρημα είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας. Μας παρέχει τη δυνατότητα να προσεγγίζουμε τις κοινωνικές καταστάσεις μέσα από τη δράση των ηρώων του.
     Τα μυθιστορηματικά πρόσωπα ακόμη και όταν συγκρούονται με την κοινότητα στην οποία ανήκουν ή όταν βρίσκονται στο περιθώριό της δεν παύουν να ανήκουν σε αυτήν και να την αντιπροσωπεύουν.[iii]
     Μολονότι αποτελούν τις περισσότερες φορές φανταστικά πρόσωπα, εκφράζουν μέσα από την ύπαρξή τους τις αξίες, τη γλώσσα και την πραγματικότητα μιας κοινωνίας τη δεδομένη ιστορική στιγμή.[iv]
     Ο συμβολικός χαρακτήρας των μυθιστορηματικών προσώπων οφείλεται στο ότι αυτά επικαλούνται τα πραγματικά άτομα και είναι επιφορτισμένα με διπλό ρόλο: το ρόλο της «επικοινωνίας» και το ρόλο της «μέθεξης».[v] Με το ρόλο της «επικοινωνίας» εξασφαλίζεται η μετάδοση της κοσμοθεωρίας  και των ιδεών του συγγραφέα.
     Με τη «μέθεξη» εξασφαλίζεται η συμμετοχή του αναγνώστη στα διάφορα προβλήματα ή συναισθήματα ενισχύοντας έτσι και τους μηχανισμούς ταύτισης, προβολής, αποστασιοποίησης ή διαφοροποίησής του σε σχέση με το μυθιστορηματικό πρόσωπο.
     Τα λόγια, οι κινήσεις, οι απόψεις αυτών των προσώπων γίνονται αντικείμενα παρατήρησης από το παιδί-αναγνώστη, κατόπιν εσωτερικεύονται και γίνονται «ενεργός δύναμη», η οποία ωθεί το παιδί να αντιδράσει με παρόμοιο τρόπο στην αρχή, σύμφωνα με τους μηχανισμούς της μίμησης και της ταύτισης, και με τρόπο πιο προσωπικό αργότερα[vi].
     Όσο οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις του παιδιού διευρύνονται, τόσο πιο πολύ η φαντασία του μεγαλώνει και μαζί μ’ αυτήν και η απαίτησή του να γνωρίσει πολυπλοκότερους χαρακτήρες και πιο δυναμικά πρότυπα συμπεριφοράς.
     Η διατυπωμένη άποψη από τους θεωρητικούς της ανάλυσης (Propp, Barthes, Genette),  ότι όταν οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι τότε και τα καθημερινά συμβάντα αποκτούν ενδιαφέρον βρίσκει εφαρμογή, πιστεύουμε, στο σύγχρονο παιδικό μυθιστόρημα και ιδιαίτερα στις δύο υπό μελέτη συγγραφείς.
     Ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας των διηγημάτων που μελετήσαμε μας δίνει την ευκαιρία για ορισμένες επισημάνσεις και συγκρίσεις που αφορούν στην «ψυχογράφηση» των προσώπων με έμφαση στο πρόσωπο της μητέρας, του πατέρα και του παιδιού και στην εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων σε ότι αφορά το μοντέλο της οικογένειας.
 ΥΦΟΛΟΓΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
 
Τα ιστορικά γεγονότα και τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα αποτελούν κοινή πηγή θεματολογίας και για τις δύο συγγραφείς. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο καμβάς της αφηγηματικής πλοκής στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα που έχουν σχέση με πρόσωπα του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος ή τις ίδιες.
     Ως προς το χρόνο και τον τόπο -και για τα τέσσερα μυθιστορήματα τα οποία μελετήθηκαν- στον οποίο εξελίσσεται η αφηγηματική πλοκή είναι και για τις δύο συγγραφείς η εξοχή[vii] -κυρίως σαν τόπος διακοπών των παιδιών κατά τους καλοκαιρινούς μήνες- και η πόλη[viii] κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
    Η αφήγηση κυρίως πρωτοπρόσωπη στα μυθιστορήματα και των δύο συγγραφέων όπου ο  αφηγητής είναι συνήθως και ο πρωταγωνιστής του έργου. Υπάρχουν διαλογικά μέρη τα οποία συμβάλουν στη ζωντάνια του κειμένου και στην άμεση παρουσίαση των χαρακτήρων των ηρώων.  Ένα άλλο ενδιαφέρον υφολογικό μέσο, κοινό και στις δύο, είναι η αλληλογραφία[ix] ή το ημερολόγιο[x] που κρατούν οι ήρωες και έτσι γνωρίζουμε όχι μόνον την εξέλιξη των γεγονότων, αλλά και την οπτική τους γωνία’ τις μύχιες σκέψεις  και τα συναισθήματά τους, καθώς εκφράζονται ελεύθερα, είτε γιατί οι αναφορές τους προορίζονται για προσωπική χρήση, είτε γιατί γράφουν σε φίλους τους.
Η γλώσσα που χρησιμοποιείται και από τις δύο συγγραφείς είναι σύγχρονη, χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, σαφήνεια και εκφραστικότητα. Τα παιδιά-πρωταγωνιστές μιλούν τη γλώσσα της εποχής τους. Συχνά συναντούμε -περισσότερο στην Μπιάνκα Πιτσόρνο- λεκτικούς τύπους της λεγόμενης «νεανικής αργκό». Και οι δύο συγγραφείς δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν λέξεις λόγιες ή σπάνιες[xi] οι οποίες είναι απλά «ξεχασμένες» αλλά και άλλες πραγματικά δύσκολες -τουλάχιστον για τη συγκεκριμένη ηλικία των αναγνωστών που απευθύνονται- παραθέτοντας και κάποιο γλωσσάριο[xii] στο τέλος του βιβλίου.
     Οι περιγραφές των τοπίων σχεδόν απουσιάζουν από την Bianca Pitzorno, ενώ στην Πέτροβιτς υπάρχουν ως λειτουργικά στοιχεία της αφήγησης. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό είναι η αγάπη προς τα ιστορικά ονόματα τα οποία διαλέγουν για τους ήρωές τους[xiii] καθώς και «εσωτερική διακειμενικότητα», η επανεμφάνιση δηλαδή των ηρώων σε επόμενα βιβλία, ώστε ο αναγνώστης να έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει την εξέλιξή τους.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ Λότης Πέτροβιτς και της ΜΠΙΑΝΚΑ ΠΙΤΣΟΡΝΟ
Στα μυθιστορήματα της Πέτροβιτς, τα οποία μελετήσαμε, τα πρόσωπα –είτε αυτά εμφανίζονται ως πρωταγωνιστές είτε έχουν δευτερεύοντες ρόλους- μοιράζονται ισότιμα σχεδόν και στα δύο φύλα.
    Η Bianca Pitzorno αντίθετα θεωρείται ως η συγγραφέας που έχει επιλέξει να γράφει βιβλία  με πρωταγωνιστές κορίτσια, με μόνη εξαίρεση το βιβλίο της  Η κούκλα του Αλχημιστή όπου  ο πρωταγωνιστής είναι αγόρι αλλά δεν του λείπουν και κάποια κοριτσίστικα χαρακτηριστικά που ενώ δε θέτουν καθόλου σε κίνδυνο την ταυτότητα του φύλου του, του δίνουν μια όχι και τόσο συνηθισμένη εικόνα.
     Η μητέρα, έτσι όπως εμφανίζεται στην Πέτροβιτς, δεν απέχει πολύ από τα παραδοσιακά πρότυπα, σε αντίθεση με τη μητέρα στα μυθιστορήματα της Pitzorno που σκιαγραφείται συχνά έως και αρνητικά.
     Η εικόνα της μητέρας στο έργο της Πέτροβιτς θα λέγαμε ότι είναι ένα κράμα της παραδοσιακής μητρικής φιγούρας με πολλά σύγχρονα στοιχεία. Μια ελληνίδα μητέρα η οποία διατηρεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του παλαιού προτύπου, που διψάει για δημιουργία και προσφορά αλλά και έχει τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης γυναίκας. Είναι εργαζόμενη, χωρίς πάντα να ορίζεται το επάγγελμα, ενώ παράλληλα φροντίζει για το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών. Έχει κοινωνικές ανησυχίες, αγαπά το διάβασμα, δείχνει κατανόηση στα προβλήματα των παιδιών.  Η Άννα, στο Σπίτι για πέντε, εξωτερικεύει με ένα γλυκό τρόπο το άγχος της και την κούρασή της για να τα προλάβει όλα. Νομίζω ότι η ίδια η συγγραφέας συμπυκνώνει την εικόνα της μητέρας των έργων της στο ακόλουθο απόσπασμα:
«…Όμως η μάνα «επιστήμονας» σκέτος ήταν μονάχα τα πρωινά, στο γραφείο της. Τις άλλες ώρες ήταν κι ένα σωρό άλλα πράματα. Να, στο σπίτι, όταν τελείωνε τις δουλειές της και ηρεμούσε κι έπιανε με την Κόννη την κουβεντούλα, θα ‘λεγες πως ήταν συμμαθήτριά της ή το πολύ μια μεγάλη της αδελφή. Όταν πάλι φορούσε τα γυαλιά της κι έσκυβαν με τον πατέρα οι δυο τους πάνω στα χαρτιά και τα σχέδιά τους, έτσι που είχε τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω κι ήταν το ύφος της σοβαρό, πιότερο για μικρός αδερφός του πατέρα έμοιαζε. Τα Σαββατοκύριακα έπειτα, όταν αποφάσιζε να μαγειρέψει νόστιμα και πολύπλοκα φαγητά και κλεινόταν μοναχή της με τις ώρες μες στην κουζίνα, ίδια η θεία Πανδώρα γινότανε, που είχε μανία με τα μαγειρέματα και δεν άφηνε κανένα να τη βοηθήσει. Κι όταν άρχιζε τα «πρόσεχε» στην Κόννη ή όταν την έπιαναν φόβοι παράλογοι, ε, τότε, δεν ήταν παρά μια μαμά του παλιού καιρού.»[xiv]
     Η μητέρα αντίθετα στην Πιτσόρνο  εμφανίζεται ως μια μικροαστή, συχνά εγωίστρια και με ελάχιστο ενδιαφέρον για τα παιδιά και την οικογένεια. Σκιαγραφείται αρνητικά θα λέγαμε, μακριά από τα παραδοσιακά πρότυπα, περνά το χρόνο της διαβάζοντας περιοδικά αμφιβόλου ποιότητας, βλέπει σαπουνόπερες στην τηλεόραση, ενδιαφέρεται μάλλον για την εξωτερική της εμφάνιση παρά για την εσωτερική της καλλιέργεια, έχει μικροαστικές αντιλήψεις. Όχι μόνο δεν λειτουργεί υπερπροστατευτικά αλλά συχνά δείχνει ανησυχητική αδιαφορία:
<Για να πάει στο σχολείο η Μπάρμπαρα έπρεπε να πάρει ένα τράμ και ένα λεωφορείο. Πάντα όρθια, κρεμασμένη από τις χειρολαβές, με τη σχολική τσάντα στην πλάτη, σαν σαρδέλα ανάμεσα σε τόσο κόσμο και κάθε τόσο να υπάρχει και κάποιος αηδιαστικός γέρος που εκμεταλλευόμενος το στριμωξίδι ακουμπούσε τα χέρια του πάνω της. Και όταν διηγήθηκε στη μητέρα της όλα αυτά, της είχε πει: «Έλα τώρα Μπάρμπαρα! Μην κάνεις σαν μωρό. Όλα τα κορίτσια στο Μιλάνο χρησιμοποιούν το τραμ. Πρέπει να μάθεις να προφυλάσσεσαι μόνη σου.»>[xv]
     Οι μητέρες της Πιτσόρνο ποτέ δεν παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε κανένα από τα μυθιστορήματά της. Η ίδια λέει ότι «λίγοι θα ήταν οι μεγάλοι για τους οποίους θα άξιζε να δείξει κάποιος ενδιαφέρον»[xvi]. Όμως και τα περιφερειακά γυναικεία πρόσωπα (γιαγιάδες, θείες, γειτόνισσες) δεν τυχαίνουν διαφορετικής αντιμετώπισης από την Πιτσόρνο σε αντίθεση με την Πέτροβιτς η οποία παρουσιάζει για παράδειγμα τη γιαγιά ως ένα πρόσωπο εξαιρετικά σημαντικό για την οικογένεια η οποία συχνά  αναλαμβάνει –περιστασιακά έστω- το ρόλο της ανατροφής των παιδιών. Στην Πιτσόρνο αντίθετα υπάρχει πάντα κάποιο πρόσωπο, ένα είδος γκουβερνάντας ή οικιακής βοηθού που είναι επιφορτισμένο με αυτήν την ευθύνη[xvii] ή που βοηθά απλώς στις δουλειές του σπιτιού.
     Ο πατέρας στο έργο της Πέτροβιτς είναι μοντέρνος, απαλλαγμένος από τα στερεότυπα περασμένων εποχών. Είναι δημοκρατικός, εργατικός, ψύχραιμος, έχει χιούμορ. Δεν διστάζει να αναλάβει ρόλους που παραδοσιακά ανήκουν στις γυναίκες, αποτελεί θα λέγαμε το ιδανικό πρότυπο για τους νεαρούς αναγνώστες. Αντίθετα στο έργο της Πιτσόρνο ο ρόλος του είναι γενικά πολύ περιορισμένος, η μικρή δράση του αναπτύσσεται και παραμένει στο παρασκήνιο. Είναι κάποιες φορές βίαιος, αυστηρός, άτολμος ενώ δεν λαμβάνει ενεργά μέρος στην ανατροφή των παιδιών.
Μπιάνκα Πιτσόρνο
     Μεγάλη συνάφεια υπάρχει όμως στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα των παιδιών-ηρώων από τις δύο συγγραφείς. Παρουσιάζονται με τα ίδια σχεδόν ποιοτικά χαρακτηριστικά. Εκφράζουν τη γνώμη τους, παίρνουν πρωτοβουλίες, έχουν κοινωνικά ενδιαφέροντα και ανησυχίες, είναι ειλικρινή, έχουν τόλμη, εκφράζουν ανοιχτά τη ζήλια τους, είναι συχνά απείθαρχα αλλά έχουν ηθικούς κώδικες και αγαπούν το διάβασμα. Διαφοροποιήσεις παρατηρούνται ως προς την ένταση κάποιων από αυτά τα χαρακτηριστικά. Οι ήρωες της Pitzorno, για παράδειγμα, εκφράζουν πιο πολλές φορές και πιο έντονα τη ζήλια τους ή είναι περισσότερο απείθαρχοι. Ο «σημαντικός άλλος» για τα παιδιά στα έργα της Πέτροβιτς είναι τις περισσότερες φορές ένας ενήλικος ενώ στην Πιτσόρνο είναι πάντα η φίλη της ηρωίδας. Η φιλία είναι το «ζωντανό και έντονο» συναίσθημα που κατακλύζει τις ηρωίδες της Πιτσόρνο.
Λότη Πέτροβιτς
     Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι στα έργα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου συναντάμε οικογένειες με αυστηρά δομημένη ιδεολογία, με ηθικές αξίες, με παραδοσιακές αλλά και προοδευτικές απόψεις για τη ζωή και το ρόλο των δύο φύλων. Ακόμη και όταν διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ των δύο συζύγων και ο γάμος οδηγείται σε διάλυση η επικοινωνία του πατέρα με τα παιδιά ή των δύο γονέων μεταξύ τους δεν διακόπτεται. Αντίθετα, σε αντίστοιχη περίπτωση στο έργο της Πιτσόρνο, η επικοινωνία του πατέρα και του παιδιού γίνεται προβληματική, ενώ εκείνη μεταξύ των δύο πρώην συζύγων γίνεται πια μόνο μέσω των δικηγόρων τους. Η οικογένεια στα υπό μελέτη έργα της Πιτσόρνο δείχνει να έχει χάσει τον προσανατολισμό της, οι γονείς εμφανίζονται να έχουν περισσότερη ανάγκη ηθικής στήριξης από ότι τα παιδιά. Ο πατέρας αδύναμος και σχεδόν ανύπαρκτος, η μητέρα αδιάφορη, μη εργαζόμενη –τις περισσότερες φορές- όχι από επιλογή για να προσφέρει στην οικογένεια, αλλά επειδή κάποιος άλλος ασχολείται με αυτό, ώστε η ίδια να μπορεί να ασχολείται με τον εαυτό της. Τα παιδιά δείχνουν να μεγαλώνουν σχεδόν μόνα τους ερχόμενα συχνά σε αντίθεση με τον κόσμο των ανώριμων ενηλίκων.
     Οι διαφορές που διαπιστώνουμε στην εικόνα της οικογένειας και στις σχέσεις που τη διέπουν οφείλονται κατά την άποψή μας στο ρόλο που επιφυλάσσει η κάθε συγγραφέας για τη μητέρα. Τα σύγχρονα πρότυπα δυτικού τύπου  στη σημερινή Ιταλία του Βορρά διαφέρουν πολύ από τα πρότυπα της σημερινής ελληνικής οικογένειας.
     Αν το μυθιστόρημα είναι τελικά «η μετάθεση σε επίπεδο λογοτεχνικό της καθημερινής ζωής» όπως σημειώνει ο Goldman τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι οικογενειακοί δεσμοί διαφέρουν στις δύο χώρες και ότι η ελληνική οικογένεια διατηρεί την παραδοσιακή της μορφή με συνεκτικό κρίκο τη μητέρα.




[i] Μ. Σακαλάκη, Κοινωνικές ιεραρχίες και σύστημα αξιών, Κέδρος, Αθήνα 1984
[ii] Για την Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου: Στο τσιμεντένιο δάσος, Σπίτι για πέντε, Λάθος κ. Νόιγκερ, Γιούσουρι στην τσέπη, ενώ για την Μπιάνκα Πιτσόρνο: Η κούκλα του αλχημιστή, Βιολάντε, Πριγκίπισσα Λαουρεντίνα, Ο βασιλιάς Μίδας έχει αυτιά γαϊδάρου.
[iii] Μ. Σακαλάκη, ό.π.
[iv] Αξίζει κανείς να κάνει μια μικρή ιστορική διαδρομή στους ήρωες και στα προτεινόμενα πρότυπα συμπεριφοράς από την εποχή των μύθων οι οποίοι περιγράφουν τους Άθλους του Ηρακλή (το ζώο-άνθρωπος καλείται να αντιμετωπίσει τον «εχθρό» με μόνη τη σωματική του δύναμη), την Ιλιάδα (ανταγωνισμός μεταξύ βασιλιάδων-σωματική ρώμη αλλά και εξυπνάδα), την Οδύσσεια (ο τύπος του πανούργου Οδυσσέα είναι ενδεικτικός των τάσεων της εποχής), φτάνοντας έως το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα με την Πίπη τη Φακιδομύτη (παιδί που μεγαλώνει μόνο του ).
[v] Μ. Σακαλάκη, ό.π.
[vi] Χ. Σακελλαρίου, Ήρωες και πρότυπα συμπεριφοράς στην Παιδική Λογοτεχνία, από τα Πρακτικά Α’ Πανεπιστημιακού Συνεδρίου για την Παιδική Λογοτεχνία: Παιδική Λογοτεχνία, Θεωρία και Πράξη, Καστανιώτης 1993.
[vii] Στην Τράπεζα Αιγίου εκτυλίσσονται οι ιστορίες στα βιβλία Λάθος κύριε Νόιγκερ και Γιούσουρι στην τσέπη της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου και στο Ντόργκο το Σπέσιαλ Βιολάντε και στο νησί Λα Σερπεντάρια το Ο βασιλιάς Μίδας είχε αυτιά γαϊδάρου της Bianca Pitzorno.
[viii] Η Αθήνα για το Στο τσιμεντένιο δάσος και Σπίτι για πέντε και το Μιλάνο για το Πριγκίπισσα Λαουρεντίνα και Η κούκλα του αλχημιστή.
[ix] Η αλληλογραφία της Άννας με την αδελφή της στο Σπίτι για πέντε, ή της Μπάρμπαρα με τις «αχώριστες» φίλες της στο Πριγκίπισσα Λαουρεντίνα.
[x] Προφορικό ημερολόγιο του Φιλίππου στο Σπίτι για πέντε, γραπτό στο Λάθος κύριε Νόιγκερ. Επίσης στο ίδιο βιβλίο το ημερολόγιο του Αλέξη Νόιγκερ και της Δάφνης. Γραπτό ημερολόγιο της Λάλατζε στο Ο Βασιλιάς Μίδας έχει αυτιά γαϊδάρου.
[xi] Για τη Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου: σκήτη, αψίκορος, φιλίστορας, κ. ά.  ενώ για την Bianca Pitzorno, euforia (ευφορία), metalli vili (ευτελή μέταλλα), alchimista (αλχημιστής), dilapidare (σπαταλώ), κ.ά.
[xii] Η ύπαρξη υποσημειώσεων με τη μορφή επεξηγήσεων ή ευρετηρίου τέλους (γλωσσάριο) δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στα παιδικά βιβλία. Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου το χρησιμοποιεί στο Λάθος κύριε Νόιγκερ και η Bianca Pitzorno στο Με το καραβάνι του Μεγαλέξανδρου.
[xiii] Ορέστης, Απελλής, Πηνελόπη, Αλέξανδρος, Άρης, Φίλιππος, Αλκμήνη και Làlage, Alessio, Olimpia, Elvira, Davide,Ilaria, Carmine, Efisia
[xiv] Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Στο τσιμεντένιο δάσος
[xv] Bianca Pitzorno, Principessa Laurentina, ό.π.
[xvi] Carla Ida Salviati, Ritratto d’Autore, Riv. Sfoglialibro
[xvii] Η γκουβερνάντα της Λαουρεντίνα στο Πριγκίπισσα Λαουρεντίνα ή οι γκουβερνάντες των διδύμων στο Ο Βασιλιάς Μίδας έχει αυτιά γαϊδάρου.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΕΝΙΚΗ

  • Βελουδής Γ., Γραμματολογία- Θεωρία Λογοτεχνίας, Δωδώνη, Αθήνα 1997
  • Brunel P.-Pichois A.-Rousseau M., Τι είναι η συγκριτική γραμματολογία;, Πατάκης, Αθήνα 1998
  • Hawthorn J., Ξεκλειδώνοντας το κείμενο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1995
  • Λούκατς Γ., Η θεωρία του μυθιστορήματος, Άκμων, Αθήνα 1978
  • Λούκατς Γ., Πρόσωπα και ιδέες, Πλέθρον, Αθήνα 1978
  • Μερακλής Μ., Προσεγγίσεις στην Ελληνική πεζογραφία, Καστανιώτης, Αθήνα 1986
  • Μπαμπινιώτης Γ., Γλωσσολογία και Λογοτεχνία,  Αθήνα 1991
  • Petronio G., L’attività letteraria in Italia, Palumbo, Firenze 1991
  • Πολίτου-Μαρμαρινού Ελ., Η Συγκριτική Φιλολογία, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1981
  • Rosa Asor Alb., Storia della letteratura italiana, La Nuova Italia, Firenze 1987
  • Σαχίνης Α., Νεοελληνικό μυθιστόρημα, Γαλαξίας, Αθήνα 1969
  • Τζιόβας Δ., Το παλίμψηστο της Ελληνικής Αφήγησης, Οδυσσέας, Αθήνα 1993
  • Τοντόροφ Τ., Ποιητική, Γνώση, Αθήνα 1989
ΕΙΔΙΚΗ
  • Αναγνωστόπουλος Β., Τάσεις και εξελίξεις στη Παιδικής Λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980, εκδ. Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 1982
  • Αναγνωστόπουλος Β., Θέματα Παιδικής Λογοτεχνίας. Α’ Ανιχνεύσεις, Καστανιώτης, Αθήνα 1987
  • Αγγελοπούλου Β., Τα βιβλία των παιδιών μας, Πατάκης, Αθήνα, 1997

  • Beseghi Emy, Nel giardino di Gaia, A. Mondadori, Milano 1994
  • Boero P-De Luca C., La letteratura per l’infanzia, Laterza, Roma-Bari, 1996
  • Γιάκος Δ., Ιστορία της Παιδικής Λογοτεχνίας από το ΙΘ’ αιώνα και σήμερα, Παπαδήμας, 1989

  • Faeti A., C’era una volta..Gli scrittori italiani per ragazzi, Feguagiskia Studios, Genova 1989
  • Ζερβού Αλ., Στη Χώρα των Θαυμάτων, Πατάκης, Αθήνα 1997
  • Καλογήρου Τ., Τέρψεις και ημέρες ανάγνωσης, ΙΜΠ, Αθήνα 1999
  • Κανατσούλη Μ., Πρόσωπα Γυναικών σε παιδικά λογοτεχνήματα, Πατάκης, Αθήνα 1996
  • Καρπόζηλου Μ., Το παιδί στη χώρα των βιβλίων, Καστανιώτης, Αθήνα 1999
  • Κατσίκη- Γκίβαλου Ά., Το θαυμαστό ταξίδι, Πατάκης, Αθήνα 1995
  • Κατσίκη- Γκίβαλου Ά. (επιμ.), Παιδική Λογοτεχνία-Θεωρία και Πράξη, Καστανιώτης, Αθήνα 1993 (τόμ. Α) & 1994 (τόμ. Β)
  • Κοντολέων Μ., Απόψεις για την παιδική Λογοτεχνία, Πατάκης, Αθήνα 1987
  • Lukens R.J., A critical Handbbok of Children’s Literature, Harper Collins College Publishers, New York 1995
  • Παπαδάτος Γ., Η θεματολογία του σύγχρονου μυθιστορήματος για παιδιά, Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας, αφιέρωμα Α’, Βιβλιογονία, Αθήνα 1992
  • Παπαντωνάκης Γ., Κώδικες και Αφηγηματικά προγράμματα σε κείμενα της Παιδικής Λογοτεχνίας, Πατάκης, Αθήνα 1999
  • Pennac D., Come un romanzo, Feltrinelli, Milano 1993
  • Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λ., Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία, Καστανιώτης, Αθήνα 1987
  • Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λ., Όπως και στ’ αηδόνια…», Πατάκης, Αθήνα 1995
  • Pitzorno B., Reale come la vita, bello come l’avventura, Riforma delle Scuola, nn. 8 & 9, 1987
  • Rodari G., Grammatica della Fantasia, Einaudi, Torino, 1973
  • Σακαλάκη Μ., Κοινωνικές ιεραρχίες και σύστημα αξιών, Κέδρος, Αθήνα 1984
  • Σακελλαρίου Χ., Ιστορία της Παιδικής Λογοτεχνίας, Φιλιππότης, Αθήνα 1987
  • Χρηστέα-Δουμάνη Μ., Η ελληνίδα μητέρα, Κέδρος 1989