Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Σημεία αναγνώρισης της λογοτεχνίας για παιδιά και των δημιουργών της



(Από το βιβλίο μου Η παιδική λογοτεχνία στην εποχή μας (Καστανιώτης 1990 /εξαντλημένο) σελ. 137-144)

Η έμφαση που δίνεται στην Παιδική λογοτεχνία τις τελευταίες δεκαετίες, η πλούσια παραγωγή παιδικών βιβλίων και η σχετικά πλατιά κυκλοφορία τους προκαλεί κάθε τόσο το ερώτημα: «Είναι τελικά διαφορετικό είδος τέχνης η λογοτεχνία για παιδιά;»

Πολλοί απαντούν ότι είναι λάθος να υποστηρίζεται κάτι τέτοιο. Όπως τα παιδιά –πιστεύουν- αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας των ανθρώπων, όμοια και η λογοτεχνία που διαβάζουν πρέπει να εντάσσεται στη λογοτεχνία γενικά. Ωστόσο, το γεγονός ότι τα παιδιά είναι τμήμα της κοινωνίας δε σημαίνει ότι δεν έχουν κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα, πράγμα, μάλιστα, που επιτρέπει και την ειδική μεταχείρισή τους, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Το ίδιο συμβαίνει και με την Παιδική Λογοτεχνία. Το ότι εντάσσεται στη λογοτεχνία γενικά δε σημαίνει ότι δεν έχει ή δεν πρέπει να έχει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ή ότι δεν πρέπει να τυχαίνει μιας ξεχωριστής μεταχείρισης και φροντίδας.

      Μελετώντας τόσο τη σύγχρονη, όσο και την παλιότερη λογοτεχνία για παιδιά –ή, καλύτερα, τη λογοτεχνία που έχει παρατηρηθεί ότι αρέσει στα παιδιά- ελληνική και ξένη, καταλήγει κανείς σε ορισμένα συμπεράσματα. Και τα συμπεράσματα αυτά ενισχύονται και από τη μελέτη βιβλίων που οι συγγραφείς τους δεν τα προόριζαν για παιδικό αναγνωστικό κοινό, ήταν όμως τέτοια η απήχηση που είχαν σ’ αυτό, ώστε σήμερα να θεωρούνται «κλασικά» του είδους –όπως για παράδειγμα τα βιβλία του Ντίκενς και του Ιουλίου Βερν (έγινε, δηλαδή, και σ’ αυτά εκείνο που συνέβη με τα περισσότερα λαϊκά παραμύθια). ΄Ετσι, μπορούμε να αποτολμήσουμε μια αδρή καταγραφή αυτών των σημείων-χαρακτηριστικών, έχοντας στο νου κυρίως τα πεζογραφήματα. Περιττό, φυσικά, να υπογραμμιστεί ότι μιλώντας για Παιδική Λογοτεχνία θα εννοούμε τα αισθητικώς δικαιωμένα κείμενα, τα πραγματικά λογοτεχνήματα και όχι το σύνολο των βιβλίων που κυκλοφορεί για παιδιά, όπου περιέχονται αναγνώσματα άσχετα με τη λογοτεχνία ή κείμενα χαμηλής ποιότητας, με κύριο στόχο το εμπορικό κέρδος ή κάποια προπαγάνδα ή την ικανοποίηση κάποιας φιλοδοξίας του συγγραφέα. Το ότι υπάρχουν και αυτά δεν πρέπει, νομίζω, να μας ξενίζει. Παρόμοια φαινόμενα παρουσιάζονται και ακολουθούν ενοχλητικά κάθε είδος τέχνης που ανθίζει.

        Ας επιχειρήσουμε όμως την καταγραφή των σημείων αναγνώρισης για τα οποία ήδη μιλήσαμε. Και ας αρχίσουμε από μερικά που αφορούν στη μορφή: Στα λογοτεχνήματα για παιδιά ο λόγος είναι συνήθως λιτός. Η βωμολοχία σπανίζει, όπως και ο σαρκασμός. Οι περιγραφές είναι σύντομες αλλά καίριες. Η αφήγηση έχει αμεσότητα. Η οπτική γωνία είναι συχνότατα εκείνη του παιδιού. ΄Οσο για τους χαρακτήρες, διαγράφονται καθαρά αλλά χωρίς επιμονή στην ψυχογραφική τους παρουσίαση, πράγμα που επιτρέπει ευκολότερα την ταύτιση των νεαρών αναγνωστών με τους ήρωες. Δε θα σταθώ περισσότερο στη μορφή, για να προχωρήσω σε τρία άλλα σημαντικότερα χαρακτηριστικά, που αφορούν το περιεχόμενο.

        Το πρώτο αφορά την πλοκή. Στα πεζογραφήματα που βρίσκουν απήχηση στα παιδιά πάντα κάτι συμβαίνει. Υπάρχει πλοκή σε ξεκάθαρο πλαίσιο, πλοκή έντονη και γρήγορη, κάτι που ικανοποιεί την περιέργεια και την ανυπομονησία της παιδική ηλικίας, κάτι που εναρμονίζεται με τη χαρακτηριστική κινητικότητα των παιδιών. Υπάρχει μύθος, με αρχή, μέση και τέλος. Αυτό είναι πραγματικά αξιοσημείωτο, ιδιαίτερα σήμερα που η σύγχρονη πεζογραφία για ενηλίκους σπάνια διηγείται μια ιστορία. ΄Ισως αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που χάνει διαρκώς αναγνώστες, ενώ η λογοτεχνία γα παιδιά κερδίζει ολοένα και περισσότερους –και όχι μόνο  παιδιά. Οι λογοτέχνες, σε παγκόσμια κλίμακα, δείχνουν να έχουν λησμονήσει μια βασική ανάγκη του ανθρώπου: να ακούει ιστορίες. Τη λησμόνησαν ή την άφησαν στο έλεος της τηλεόρασης, στη σπουδή τους να βρουν πιο πρωτότυπους τρόπους να εκφραστούν λογοτεχνικά. 

Isaac Bashevis Singer
Jill Paton
Ο Isaac Bashevis Singer, Αμερικανός συγγραφέας, κάτοχος βραβείου Νομπέλ λογοτεχνίας, είπε πριν από κάμποσα χρόνια για το λόγο που τον έκανε να στραφεί στην Παιδική Λογοτεχνία: «΄Αρχισα να γράφω για παιδιά σαν ύστατη καταφυγή, για να γλιτώσω από μια λογοτεχνία έξαλλη, έτοιμη ν’ αυτοκτονήσει»[1]. Και μια διάσημη συγγραφέας παιδικών βιβλίων, η Jill Paton Walsh, γράφει σε κάποιο δοκίμιό της: «Η Οδύσσεια, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια περίπου, προκαλεί το θαυμασμό και το ζωηρό ενδιαφέρον των λογίων και των διανοουμένων. Αν όμως γραφόταν σήμερα, σίγουρα ο κόσμος θα τη θεωρούσε ανάγνωσμα για παιδιά. Οι κριτικοί, με σηκωμένο το φρύδι, θα σημείωναν: Ο κ. ΄Ομηρος διαθέτει ζωηρή φαντασία και επινοητικότητα και τα βλέπει όλα με δροσερή ματιά, στοιχεία που θα ενθουσιάσουν τα παιδιά γύρω στα 10»[2]

Alan Garner
Και μια που βρεθήκαμε στη Βρετανία, επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω τι εξομολογείται πικρά ένας άλλος πασίγνωστος συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ο Alan Garner: «Δε βρήκα τίποτα» λέει «στα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα που να με αφορά, ενώ, αντίθετα, όλα με αφορούσαν στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες.  Θυμούμαι πόσο με εντυπωσίασε το ότι κάποιος ΄Ελληνας, πριν από δυο χιλιάδες χρόνια και πλέον, είχε γράψει κάτι που με βοήθησε να καταλάβω τον τρόπο που συμπεριφερόταν σήμερα η μητέρα της αρραβωνιαστικιάς μου». Και συνεχίζει: «Τα σύγχρονα μυθιστορήματα είναι γραμμένα από υπερδιανοούμενους με αφηρημένη σκέψη για άλλους διανοούμενους με επίσης αφηρημένη σκέψη. Κανείς δε μου λέει, εμένα του αναγνώστη, «σ’ αγαπάω». Δε βρήκα τίποτα το θεμελιώδες, τίποτα που να βιώνεται πραγματικά, να ξεπερνιέται, να σώζεται. Η κάθαρση είναι σχεδόν ανύπαρκτη»[3].

        Τούτες οι παρατηρήσεις μάς βοηθούν να ανιχνεύσουμε τα υπόλοιπα δύο κύρια χαρακτηριστικά των λογοτεχνικών κειμένων για παιδιά: πρόκειται για την ύπαρξη κάθαρσης και για μια διάχυτη αίσθηση ότι ο αναγνώστης είναι αντικείμενο αγάπης από το συγγραφέα. Πραγματικά, η κάθαρση στη λογοτεχνία για παιδιά είναι πάντα σχεδόν ορατή. Και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού ρίζα της είναι τα λαϊκά παραμύθια. Η κάθαρση ικανοποιεί απόλυτα το έμφυτο αίσθημα δικαιοσύνης που διακρίνει την παιδική ηλικία. ΄Υστερα, στην Παιδική Λογοτεχνία πάντα σχεδόν ο αναγνώστης νιώθει ότι ο συγγραφέας τον αγαπάει. Όχι πως τον γλυκονανουρίζει ή του κρύβει την αλήθεια ή αποφεύγει να τον στενοχωρήσει. Κάθε άλλο! Οι ρεαλιστικές σκηνές δε λείπουν, οι βαρβαρότητες δε συγκαλύπτονται, οι αντιξοότητες και οι κρίσεις, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, παρουσιάζονται με ειλικρίνεια. Σκοπός τους όμως δεν είναι να στήσουν έναν καθρέφτη στο πρόσωπο του αναγνώστη, για ν’ αναγνωρίσει τα προσωπικά του ή τα κοινωνικά αδιέξοδα, με τελικό αποτέλεσμα την εκτόνωση του συγγραφέα και μόνο ή έστω και την ευαισθητοποίηση ή τον προβληματισμό του αναγνώστη. Παρουσιάζονται για να οδηγήσουν σε δημιουργική υπέρβαση των κρίσεων, για να λειτουργήσουν θεραπευτικά και «αγαπητικά» για τον αναγνώστη, ώστε φτάνοντας εκείνος στην τελευταία σελίδα να νιώθει ανανεωμένος, συντροφευμένος, ικανός να ξεπεράσει τις αντιξοότητες του βίου, τις δυσκολίες τού έξω και του μέσα κόσμου του. Κι όλα αυτά, βέβαια, μακριά από κάθε αντιπαθητικό διδακτισμό, κραυγαλέα συνθήματα ή ευτελή προπαγάνδα. Να γιατί τα βιβλία για παιδιά τελειώνουν πάντα καλά, όχι δίνοντας γλυκερά “happy end”, αλλά αφήνοντας μια γεύση αγάπης, κατάφασης για τη ζωή και κατανόησης για τους άλλους. Ο μηδενισμός και η απελπισία είναι αταίριαστα με την παιδική ψυχή. Η σύγχρονη παιδοψυχολογία διδάσκει, μάλιστα, ότι στο παιδί που δεν μπορεί να φανταστεί το μέλλον του με αισιοδοξία αναστέλλονται οι μηχανισμοί ανάπτυξης.

      Τώρα εύκολα μπορεί να διατυπωθεί η γνώμη ότι με βάση τα «σημεία αναγνώρισης» που προσπάθησα ως εδώ να καταγράψω, ένα λογοτέχνημα είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί «για παιδιά», άσχετα από την αρχική πρόθεση του συγγραφέα, άσχετα αν συνειδητά ή όχι το έγραφε για παιδιά. Επίσης, ότι ένα βιβλίο που γράφτηκε «για παιδιά» μπορεί ν’ αποδειχτεί τελικά ότι δεν είναι γι’ αυτά. Κι ακόμα ότι στα έργα κάποιου συγγραφέα για ενηλίκους μπορεί να συγκαταλέγεται και κάποιο που έχει τα «σημεία αναγνώρισης» του λογοτεχνήματος για παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι στεγανά δεν υπάρχουν. Είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι υπάρχουν συγγραφείς που το σύνολο του έργου τους ή, κατά κανόνα, τα έργα τους έχουν όλα τα σημεία αναγνώρισης που προαναφέραμε, γι’ αυτό και διαβάζονται από παιδιά. Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με το είδος των δημιουργών που άλλοτε με θαυμασμό και άλλοτε με συγκατάβαση καλούνται «συγγραφείς παιδικών βιβλίων».

        Αλλά τι είδους όντα είναι άραγε οι συγγραφείς αυτοί; Γιατί ν’ αποκαλούνται έτσι και όχι απλά «συγγραφείς»; Κάποτε είχε πει ένας γνωστός διανοούμενος ότι «γράφει κανείς ό,τι είναι και είναι ό,τι γράφει». Μήπως, λοιπόν, οι άνθρωποι αυτοί έχουν – όπως και τα κείμενά τους – κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κάποιες ειδικές ικανότητες; Ας θυμηθούμε τα κυριότερα σημεία. Ας σταθούμε στην «πλοκή» και το «ξεκάθαρο πλαίσιο». Η ανάγκη να εκφράζεται κανείς δημιουργώντας έργο με τέτοια στοιχεία δε φανερώνει άραγε δημιουργό ικανό να πειθαρχεί αλλά και να ελέγχει το υλικό και το λόγο του, να βάζει «τάξη στο χάος»; Να έχει, με άλλα λόγια, ένα γνώρισμα βασικό των πραγματικών δημιουργών; Ας πούμε, λοιπόν, ότι η δεξιότητα τούτη είναι το πρώτο χαρακτηριστικό.

    Προχωρώντας στα σημεία «κάθαρση», «αισιοδοξία», «κατάφαση της ζωής» δε θα δυσκολευτούμε, υποθέτω, να συμπεράνουμε ότι τέτοια στοιχεία διακρίνουν κατά κανόνα τα έργα δημιουργών ψυχικά υγιών. Ως δεύτερο χαρακτηριστικό, λοιπόν, ας αποτολμήσουμε να αναφέρουμε την ψυχική υγεία.

      Η στάση, τώρα, απέναντι στον αναγνώστη –στάση αγάπης, κατανόησης και συντροφικότητας- φανερώνει γενικότερη έγνοια και αγάπη για τον άνθρωπο και το μέλλον του. ΄Υστερα, το ότι ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων διηγείται πάντα σχεδόν μια ιστορία –«λέει» κάτι σε κάποιον- σημαίνει ότι γι’ αυτόν η λογοτεχνία δεν είναι μόνο τρόπος έκφρασης αλλά και τρόπος επικοινωνίας. Η επικοινωνία τον ενδιαφέρει γιατί τον νοιάζει ο «πλησίον». Όλα τούτα μας επιτρέπουν να καταγράψουμε το αίσθημα της ανθρωπιάς ως τρίτο χαρακτηριστικό των συγγραφέων παιδικών βιβλίων.

        Στο σημείο αυτό εύλογα θα αντιτάξει κανείς ότι τέτοιες ιδιότητες χαρακτηρίζουν και πολλούς –ίσως τους περισσότερους λογοτέχνες που απευθύνονται στους ενηλίκους και ότι κάτι τέτοιο εύκολα θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί με άλλους συλλογισμούς. Η ορθή αυτή παρατήρηση δεν αναιρεί, υποθέτω, τις παραπάνω διαπιστώσεις. Μάλλον προσθέτει ακόμα μια: ότι πολλοί λογοτέχνες θα μπορούσαν ίσως να δημιουργήσουν έργα για παιδιά. Είπα «ίσως», με την πεποίθηση ότι για τέτοια δημιουργία θα πρέπει να διαθέτουν και το τέταρτο και σημαντικότερο χαρακτηριστικό, το τελευταίο που θ’ αναφέρω.

      Είπαμε ήδη ότι ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων διηγείται κάτι σε κάποιον. Στη δική του περίπτωση αυτός ο κάποιος είναι, συνειδητά ή όχι, ένα παιδί – μπορεί του άμεσου περιβάλλοντός του, ένα παιδί φανταστικό ή το παιδί που κάποτε υπήρξε ο ίδιος ο συγγραφέας. ΄Οσο στενότερη και πληρέστερη είναι αυτή η επικοινωνία, τόσο πιο πετυχημένο το λογοτέχνημα. Απαραίτητη προϋπόθεση για τούτη την επικοινωνία είναι αναμφίβολα να διατηρεί την παιδικότητά του ο συγγραφέας, χωρίς φυσικά να απεμπολεί την ωριμότητά του, ώστε το αποτέλεσμα να είναι ένα πραγματικό λογοτέχνημα. Τέταρτο και τελευταίο, λοιπόν, χαρακτηριστικό των συγγραφέων παιδικών βιβλίων είναι η διατήρηση της παιδικότητας. Και ίσως τούτο το τελευταίο είναι που τους καταξιώνει και ως πνευματικούς ανθρώπους.

Χρήστος Μαλεβίτσης
Επιγραμματικά το έχει διατυπώσει ο Χρήστος Μαλεβίτσης:
«Αυθεντικοί πνευματικοί άνθρωποι είναι αυτοί που μεταφέρουν όλο το υπερβατικό ρίγος της παιδικής εμβιώσεως στο έργο της ενηλικιώσεώς τους. Σ’ αυτούς ενηλικίωση δε σημαίνει απόρριψη της παιδικότητας, αλλά απλώς απόκτηση της ικανότητας να εκφραστεί με το λόγο, την τέχνη, τούτος ο ατίμητος θησαυρός της παιδικότητας»[4].Τούτη η ρήση, πέρα από την έμμεση αναγνώριση του έργου και της αξίας των πραγματικών συγγραφέων για παιδιά που περιέχει, οδηγεί κατά κάποιο τρόπο και σ’ ένα μέτρο για να κρίνονται στις μέρες μας τα λογοτεχνήματα γενικά. Αν η παιδικότητα, το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας για παιδιά, θεωρείται ατίμητος θησαυρός όταν μεταφέρεται στη λογοτεχνία για ενηλίκους, και αν αληθεύει εκείνο που είπε ο Singer, ότι η λογοτεχνία για μεγάλους είναι σήμερα έτοιμη ν’ αυτοκτονήσει, τότε μας επιτρέπεται ασφαλώς να υποθέσουμε ότι ήρθε η ώρα να αντιστρέψουμε το γνωστό κριτήριο σύμφωνα με το οποίο «για να είναι καλό ένα παιδικό βιβλίο, πρέπει να διαβάζεται με ευχαρίστηση και από τους μεγάλους». ΄Ηρθε, ίσως, η ώρα να λέμε: «Για να είναι καλό ένα λογοτέχνημα, πρέπει να αρέσει και στα παιδιά». 

Madeleine l' Engle
Κάτι παραπλήσιο θα εννοούσε και η γνωστή Αμερικανίδα συγγραφέας Madeleine lEngle, με κάτι που είπε κάποτε χαριτολογώντας. Τη ρώτησαν: «Πώς έγινε και τα μισά από τα βιβλία σας τα γράψατε για παιδιά;» Κι εκείνη αποκρίθηκε: «Γράφω πάντα το βιβλίο που νιώθω την ανάγκη να γράψω. ΄Υστερα, αν καταλάβω πως είναι δύσκολο για τους μεγάλους, αποφασίζω πως είναι για παιδιά»[5].




[1] New York Times Book Review, 9 Νοεμβρίου 1969.
[2] Jill Paton Walsh: “The Rainbow Surface”, στον τόμο με διάφορα δοκίμια: Suitable for Children?  Sussex University Press, 1978. Επιμέλεια Nicholas Tucker, στη σελ 215.
[3] Aidan Chambers: “An interview wish Alan Garner”, στον τόμο με διάφορα δοκίμια The Signal Approach to Children’s Books, Kestrel Books, 1980. Επιμέλεια Nancy Chambers, στη σελ. 307.
[4] Περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 180, Δεκ. 1986, σελ. 620.
[5] John Rowe Townsend: A Sense of Story – Essays on Contemporary Writers for Children. The Horn Book, Inc., Boston 1971.